Σάββατο, 1 Ιουνίου 2013

Προσωπική αξία και κοινωνική ανισότητα

Του Θωμα Μαλουτα*

Η μεγάλη σημασία που αποδίδει η κοινωνία στις Πανελλήνιες
Εξετάσεις είναι συνυφασμένη με την κοινωνική άνοδο που παραδοσιακά προσέφεραν τα ακαδημαϊκά πτυχία. Ορισμένοι διερωτώνται γιατί η σημασία αυτή δεν υποχωρεί, αφού η αξία των πτυχίων στην αγορά εργασίας μειώνεται. Θα υποχωρούσε εφόσον υπήρχαν προσφορότεροι εναλλακτικοί δρόμοι για να αποκτήσει κανείς πλεονέκτημα στην αγορά εργασίας. Παρά τη μείωση της αποδοτικότητας των πτυχίων σε σχέση με το παρελθόν, οι πιο μακρόχρονες σπουδές και τα «καλύτερα» πτυχία εξακολουθούν να αποτελούν πλεονέκτημα απέναντι σε εκείνους που δεν τα έχουν.

Φέτος, προοίμιο των Πανελληνίων υπήρξε η κινητοποίηση της ΟΛΜΕ και η επίδειξη πυγμής από την πλευρά της κυβέρνησης. Και οι δύο, με διαφορετικό τρόπο, επένδυσαν στην κοινωνική σημασία ενός θεσμού στο πλαίσιο του οποίου «παίζεται το μέλλον» των νέων. Στο σημείωμα αυτό προσπαθώ να αναδείξω την κοινωνική λειτουργία των Πανελληνίων, η οποία δεν έχει ποτέ καταστεί ξεκάθαρο πολιτικό διακύβευμα, αν εξαιρέσουμε τα στενά όρια του ακαδημαϊκού χώρου.

Οι εκπαιδευτικές διαδικασίες έχουν διπλό κοινωνικό ρόλο. Αφενός εφοδιάζουν τα άτομα με γνώσεις, δεξιότητες, κριτική σκέψη κ.ά. Αφετέρου αξιολογούν διαρκώς τους μαθητές και έτσι τους κατευθύνουν σε πορείες που σε μεγάλο βαθμό προδιαγράφουν το εργασιακό και, άρα, το κοινωνικό τους μέλλον. Οι Πανελλήνιες αποτελούν κομβικό σημείο αυτής της αξιολόγησης. Το ερώτημα είναι σε ποιο βαθμό τα αποτελέσματά τους είναι κοινωνικά δίκαια και, με την έννοια αυτή, ποιες οι ευκαιρίες που προσφέρουν για κοινωνική κινητικότητα στους μαθητές ανεξάρτητα από την κοινωνική τους προέλευση.

Η κυρίαρχη αντίληψη θέλει τις εκπαιδευτικές επιδόσεις να είναι συνώνυμες με την προσωπική αξία κάθε μαθητή έξω από κοινωνικούς προσδιορισμούς και να αντανακλά τις ικανότητες και την εργατικότητά του. Αν αυτό ίσχυε πραγματικά, η σύνθεση του φοιτητικού πληθυσμού θα έπρεπε να είναι ανεξάρτητη της κοινωνικής προέλευσης, δηλαδή κάθε κοινωνικό στρώμα θα αντιπροσωπευόταν ανάλογα με το ποσοστό του στο σύνολο του πληθυσμού.

Από μια δουλειά σε εξέλιξη (σε συνεργασία με τους Α. Χατζηγιάννη, Σ. Σπυρέλλη, Α. Καπέλλα και Δ. Βαλάση), όπου αναλύονται και αποτιμώνται οι παράγοντες που διαμορφώνουν την κοινωνικά άνιση φυσιογνωμία της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης προκύπτει ότι οι υποψήφιοι με γονείς υψηλού εκπαιδευτικού επιπέδου έχουν υπερτετραπλάσιες πιθανότητες από τον μέσο υποψήφιο να εισαχθούν σε Τμήμα ΑΕΙ της πλέον περιζήτητης ομάδας και σχεδόν 34 φορές περισσότερες από εκείνους που οι γονείς τους ολοκλήρωσαν το πολύ τη στοιχειώδη εκπαίδευση. Η κοινωνική ανισότητα στην πρόσβαση μειώνεται όσο μειώνεται και η κοινωνική ζήτηση των σχολών και τμημάτων. Η ζήτηση αυτή αντανακλάται και στην απαιτούμενη εκπαιδευτική επίδοση: Με τα δεδομένα του 2005, ο μέσος βαθμός εισαγωγής στα τμήματα πολύ υψηλής ζήτησης ήταν 1.837 μόρια και μειωνόταν σταδιακά για να φτάσει τα 1.017 στα πολύ χαμηλής ζήτησης.

Οι εκπαιδευτικές επιδόσεις αναπαράγουν, συνεπώς, την κοινωνική ανισότητα εμφανίζοντάς την ως αποτέλεσμα της προσωπικής αξίας των μαθητών και με αυτό τον τρόπο τη νομιμοποιούν.

Περί ίσων ευκαιριών
Ο κυρίαρχος λόγος προσπαθεί να μετατρέψει την κοινωνική δικαιοσύνη από αίτημα ισότητας σε αίτημα ίσων ευκαιριών. Αν υπάρχουν ίσες ευκαιρίες, έστω και θεωρητικά, δικαιολογείται η κοινωνική ανισότητα ως επίπτωση της διαφορετικής ικανότητας των ατόμων να τις εκμεταλλευθούν. Στην πραγματικότητα, βέβαια, οι κοινωνίες μας βρίσκονται πολύ μακριά από συνθήκες ίσων ευκαιριών. Και αυτό συμβαίνει επειδή η ισότητα και η κοινωνική δικαιοσύνη αποτελούν προϋπόθεση των ίσων ευκαιριών και όχι το αντίστροφο.

* Ο κ. Θωμάς Μαλούτας είναι καθηγητής Κοινωνικής Γεωγραφίας στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, διευθυντής του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ).

Πηγή: Καθημερινή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

print friendly